Συγκρατημένος όσον αφορά το μέλλον του νερού παγκοσμίως, εμφανίστηκε ο καταξιωμένος ιστορικός, ανθρωπολόγος και ιστορικός υδρολόγος, Τσεν Τσιάο Ιν, καθηγητής της Ακαδημίας Γιουνάν της Κίνας, ο οποίος αναγορεύτηκε σε επίτιμο διδάκτορα του τμήματος Γεωλογίας της Σχολής Θετικών Επιστημών, σε ειδική τελετή που έγινε στην παλιά Φιλοσοφική του ΑΠΘ.

Σημαντικός ερευνητής, με διεθνείς επιστημονικές διακρίσεις, και ειδικός στην υδατική πολιτική και στην περιβαλλοντική διαχείριση του αρδευτικού έργου, όπως επίσης στην ιστορία του νερού, που βασίζεται στις γεωλογικές συνθήκες και στην κουλτούρα του κάθε λαού, ο Τσεν Τσιάο Ιν, κομίζει ένα σπουδαίο μήνυμα σε όλες τις κοινωνίες του πλανήτη: “Το νερό είναι το παν, πρέπει να του συμπεριφερόμαστε με σοφία και σύνεση, όπως ακριβώς μαθαίνουμε από τους αρχαίους πολιτισμούς”.

Μιλώντας στο ΑΠΕ – ΜΠΕ, με αφορμή την επίσκεψή του στην Θεσσαλονίκη, δήλωσε ότι “η κρίση του νερού δεν είναι μελλοντική, υπάρχει σήμερα και δεν μπορούμε να πούμε ότι οι τεχνικές λύσεις είναι αρκετές για να λύσουν τα προβλήματα γύρω από την έλλειψη νερού, την μόλυνση, τις κλιματικές αλλαγές. Τα τεχνικά έργα είναι βεβαίως σημαντικά, αλλά πρωτίστως χρειάζεται σοφία και σωστή συμπεριφορά απέναντι στην διαχείριση. Χρειάζεται κουλτούρα και καλές ιδέες για την προστασία του νερού, ηθική, που θα μεταφερθούν στις νεότερες γενιές”.

Κατά τον ίδιο, η ισορροπία ανάμεσα στην έλλειψη νερού (π.χ. λόγω κλιματικών συνθηκών, ξηρασίας, υπερβολικής δαπάνης, απουσίας πολιτικής) και στην μόλυνση των αποθεμάτων των υπαρχόντων υδατικών πόρων, είναι αρνητική, και συνεπώς με αυτά τα δεδομένα δεν μπορεί κανείς να είναι ευχαριστημένος. “Είναι δύσκολη μία πρόβλεψη για το μέλλον. Ο κύκλος του νερού εξαρτάται από τόσους πολλούς παράγοντες. Δεν μπορώ, όμως, να πω ότι είμαι αισιόδοξος. Λείπει η γνώση και η σωστή συμπεριφορά απέναντι σε αυτό το πολύτιμο αγαθό. Μελετώντας τους αρχαίους πολιτισμούς, διαπίστωσα ότι χιλιάδες χρόνια πριν υπήρχε περισσότερη σοφία, και οι άνθρωποι ήταν τότε πιο κοντά με όλα τα στοιχεία της φύσης. Ακόμη και οι θρησκείες σε κάποιους πολιτισμούς είχαν σχέση με το νερό. Τώρα οι άνθρωποι αστικοποιούνται και χάνουν την πολύτιμη γνώση της συμπεριφοράς του. Δεν υπάρχει μνήμη και έτσι χάνεται ο σεβασμός απέναντι σε αυτό”, υπογράμμισε.

Κατά τον καθηγητή Τσεν, η Ελλάδα και η Ευρώπη βρίσκονται γενικότερα σε σχετικά καλή κατάσταση, όσον αφορά την επάρκεια ή την μόλυνση των υδατικών πηγών, ωστόσο, θεωρεί, ότι θα έπρεπε να γίνουν περισσότερα στα θέματα ππου αφορούν την αρδευτική πολιτική και τα τεχνικά έργα. “Τα μοντέρνα συστήματα άρδευσης είναι αναγκαία, ακόμη και εκεί που υπάρχει επάρκεια. Άλλωστε, οι χώρες εξελίσσουν τη γεωργία τους για να θρέψουν τους πολίτες τους. Πάντα, όμως το πρόβλημα στα αρδευτικά δίκτυα είναι υπαρκτό. Οι κυβερνήσεις επενδύουν στην ανάπτυξη των πόλεων, αλλά όχι και στην ανάπτυξη υδάτινων δικτύων”. Φανταστείτε, είπε, το πρόβλημα σε κάποιες πόλεις της Κίνας που μέσα σε ελάχιστα χρόνια, διπλασιάζουν τον αριθμό των κατοίκων τους (σε δεδομένα εκατομμυρίων). “Υπάρχει σοβαρό πρόβλημα. Γίνονται έργα, αλλά και αυτά με τη σειρά τους δημιουργούν άλλα προβλήματα. Χρειάζονται μεγάλες εγκαταστάσεις μεταφοράς από τις πηγές προς τα αστικά κέντρα, καθώς οι αποστάσεις είναι συνήθως μεγάλες, και κάποια στιγμή οι πηγές εξαντλούνται”. “Χρειάζεται μία συνολική περιβαλλοντική λύση, τόσο για να διαφυλάξουμε το νερό, όσο και για να το κρατήσουμε καθαρό” κατέληξε.

Ο καθηγητής Τσεν, έχει συγγράψει και δημοσιεύσει περί τις 160 εργασίες σε έγκριτα επιστημονικά περιοδικά και συνέδρια. Από την έρευνά του στην αρχαία κινεζική υδροτεχνολογία συμπεραίνει ότι ο σχεδιασμός και η κατασκευή ενός αστικού συστήματος δεν πρέπει να στηρίζεται μόνο στην μηχανική λύση, αλλά πιο σημαντική είναι η σοφία και η λογική. Η κατασκευή των αρχαίων αστικών υδραυλικών συστημάτων βασιζόταν σε ιδέες λογικές και έξυπνες σε συνδυασμό με τη βιώσιμη χρήση. Αλλά, δυστυχώς, η κατασκευή των σημερινών αστικών συστημάτων δεν βασίζεται στην ανακύκλωση του νερού και στις απλές παραδοσιακές λύσεις. Έτσι, τα μαθήματα που μπορούμε να πάρουμε από τη μελέτη των αρχαίων υδροτεχνολογιών είναι πολύτιμα και για μια βιώσιμη αστικοποίηση.

Στο έργο του: “The ancient urban water system construction of China: the lessons we learnt (2014)”, προκύπτει ότι στην Κίνα είχε αναπτυχθεί, χιλιάδες χρόνια πριν, ένα υψηλού τεχνολογικού επιπέδου αστικό κυκλικό σύστημα που περιλάμβανε αγωγούς ομβρίων, αντιπλημμυρικά έργα, δίκτυο ύδρευσης, λιμνοδεξαμενές, τάφρους, κανάλια, υδραγωγεία (κατασκευάσθηκε κατά την περίοδο της δυναστείας των Χαν, 200 π.Χ.-220 μ.Χ.). Ο σχεδιασμός των έργων αυτών ικανοποιούσε τις απαιτήσεις της βιώσιμης διαχείρισης και πολλά από αυτά τα έργα είναι σε λειτουργία ακόμα και σήμερα.

Το αρχαιότερο πηγάδι, 6.000 χρόνια πριν

Μία άλλη σημαντική έρευνα του Κινέζου καθηγητή αφορά την ιστορία των έργων εκμετάλλευσης υπόγειου νερού και κυρίως των πηγαδιών (From water structure to water culture: A brief history of well in China). Η Κίνα έχει μια μακρά ιστορία στην κατασκευή πηγαδιών για την κάλυψη των υδρευτικών και αρδευτικών αναγκών. Με χρονολόγηση προέκυψε ότι το αρχαιότερο πηγάδι στην Κίνα κατασκευάσθηκε το 3700 π.Χ. και οι Κινέζοι ανέπτυξαν διατρητικά συστήματα παρόμοια με τις σύγχρονες τεχνικές. Η κατασκευή των πηγαδιών λάμβανε υπόψη τις τοπικές γεωλογικές -υδρογεωλογικές συνθήκες, το κλίμα, την τοπογραφία, καθώς και την κουλτούρα της περιοχής. Τα πρώτα πηγάδια κατασκευάσθηκαν με ξύλο και αργότερα, στη δυναστεία των Χαν, από πηλό.

“Τα πηγάδια δεν ήταν απλά μια κατασκευή για την υδρομάστευση νερού, αλλά έγιναν και πολιτιστικό σύμβολο στην ιστορία, ενσωματώνοντας τις ιδέες που σχετίζονται με το νερό, τη θρησκεία, τα έθιμα, την ταυτότητα των λαών. Σε πολλές επαρχίες το πηγάδι ήταν στο κέντρο του οικισμού, όπου γίνονταν συναντήσεις, συζητήσεις, αγοροπωλησίες, ανταλλαγή ειδήσεων κλπ. Συνδεόταν σημαντικά με την καθημερινή ζωή και την παραγωγή”, επισημαίνει ο καθηγητής (από την συλλογική έρευνα “A Brief History of Water Wells Focusing on Balkan, Indian and Chinese Civilizations” (2017) με τη συμμετοχή και ελλήνων καθηγητών).

Qanat – Ένα αρχαίο σύστημα μεταφοράς νερού

Ο καθηγητής Τσεν και οι συνεργάτες του μελετούν συστήματα μεταφοράς νερού, μεταξύ των οποίων υδραγωγεία, έργα συλλογής βρόχινου νερού (harvesting) και Qanat, καθώς και τα συστήματα αποχέτευσης και μεταφοράς ομβρίων στους αρχαίους πολιτισμούς.

Τα Qanat είναι συστήματα πηγαδιών συνδεδεμένων στη βάση με αγωγό, όπου το νερό μεταφερόταν με τη βαρύτητα. Αναπτύχθηκαν αρχικά στην Περσία (τον 8ο π.Χ. Αιώνα) ως μέσο αποστράγγισης μεταλλείων και στη συνέχεια διαδόθηκαν ανατολικά και δυτικά (μέσω του δρόμου του μεταξιού σε Κίνα, Ελλάδα, Ισπανία, Αίγυπτο, Ομάν). Τα qanats αναφέρονται σε μεταφορά νερού από φρεάτιους υδροφορείς ορεινών περιοχών με χιόνια και βροχοπτώσεις, που περιβάλλονται από χαμηλές ερημικές περιοχές. Τα νερά αυτών των ορεινών όγκων μεταφέρονται στις πόλεις υπόγεια, συχνά σε μεγάλες αποστάσεις, για αποφυγή εξάτμισης και προορίζονται για άρδευση, ή οικιακή χρήση. Αντίθετα, τα υδραγωγεία χρησιμοποιούνται για μεταφορά πόσιμου νερού, από πηγές ή υπόγειους υδροφορείς και μπορεί να τροφοδοτούνται κατά μήκος της διαδρομής τους από πηγάδια.

Ο Τσεν Τισάο Ιν, είναι Αναπληρωτής Πρόεδρος της Ακαδημίας Κοινωνικών Επιστημών της Yunnan (YASS) και Διευθυντής του Διεθνούς Κέντρου Σπουδών Οικολογικού Πολιτισμού (ICECS-YASS). Παράλληλα, είναι Πρόεδρος της Διεθνούς Ένωσης Ιστορίας του Νερού, καθώς και μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας Υδάτων. Το 2014 τιμήθηκε από την Ελληνική Επιτροπή Υδρογεωλογίας.

Είναι επιστημονικός εκδότης σε πολλά διεθνή επιστημονικά περιοδικά, διδάσκει ως επισκέπτης καθηγητής σε Πανεπιστήμια του Τόκυο (Ιαπωνία), στο Διεθνές Ινστιτούτο Πολιτισμού και Τεχνών (Βιετνάμ) και σε άλλα 10 Ερευνητικά Ινστιτούτα. Έχει διατελέσει Αντιπρόεδρος της Κινέζικης Ανώτερης Επιτροπής Υδατικού Πολιτισμού (Υπουργείο Υδατικών Πόρων της Κίνας). Έχει εργαστεί στον τομέα του περιβάλλοντος και των υδατικών πόρων, εξετάζοντάς τα από ιστορική και κοινωνιολογική άποψη, για 30 χρόνια.

Οι σπουδές του επικεντρώθηκαν στην ιστορία του νερού της Νοτιοδυτικής Κίνας, των χωρών της Ινδοκίνας, της Ιαπωνίας, κ.ά., εστιάζοντας στην ιστορία των ποταμών, στην ιστορία του αστικού νερού, το ρόλο του νερού στη θρησκεία, καθώς και στον πολιτισμό διαφόρων λαών και στη διαχείριση των υδατικών πόρων. Η τωρινή του έρευνα εστιάζεται στην ιστορία του αστικού νερού, στη διαχείριση του νερού για άρδευση της Κίνας, στην ιστορία και διαχείριση τον νερού της Ανατολικής και Νοτιοανατολικής Ασίας, στην ιστορία της αρχαίας υδροτεχνολογίας και τους τρόπους διαχείρισης του νερού σε παγκόσμια κλίμακα, τους τρόπους αντιμετώπισης της ξηρασίας, κ.ά.

Έχει συγγράψει και δημοσιεύσει 160 εργασίες σε έγκριτα επιστημονικά περιοδικά και 20 βιβλία. Έχει υλοποιήσει πλήθος καινοτόμων ερευνητικών προγραμμάτων. Ενδεικτικά, αναφέρεται το πρόγραμμα μεταξύ ερευνητών από την Κίνα και το Βιετνάμ για την οικολογική κουλτούρα και την προστασία του περιβάλλοντος κατά μήκος του Ερυθρού Ποταμού.

Η συμβολή του, ως πρόεδρος της Διεθνούς Ένωσης Ιστορίας του Νερού, είναι καθοριστική στην έρευνα της ιστορίας του νερού, καθώς έχει ωθήσει τη συνεργασία μεταξύ διεθνών οργανισμών, όπως η συνεργασία με τη Διεθνή Ένωση Νερού για την έρευνα της ιστορίας του νερού στους διάφορους πολιτισμούς, μεταξύ των οποίων και οι αρχαίοι ελληνικοί.